28 Νοεμβρίου 2012

Πέτρινοι αητοί (... είν' άδικο)

















Αγαπημένο χέρι
και μαχαίρι,
που κόβει τ’ άδικο
στα δυο να το μοιράσει,
που ’χει το κρίμα μέσα του ταμάχι…
Και σ' όποιον λάχει!..

Μάτια σαν κύκνοι
σε παγωμένη λίμνη,
ένα ταξίδι μέσα τους έχει φωλιάσει,
μα είναι ασάλευτη η ψυχή να τα εκφράσει…
Και πόσο λίγη!..

Κι ’ναι οι καρδιές μας
πέτρινοι αητοί, που δεν πετούνε,
στα τόσα χρόνια δεν τους άντεξε κλαράκι
και με μυτιές το βράχο κάνουν λιθαράκι…
Για ’να μεράκι!..

27 Νοεμβρίου 2012

Ζωές ηλιθίων


















Ω, τι ηλιθιότης!..
Προύχοντες του "χωριού"
χωρίς κανένα κύρος.
Αμετανόητοι εραστές του "δήθεν".
Ξιπασμένοι αφεντάδες γης,
που ποτέ δε μας ανήκε.

Αφηρημένα σκιάχτρα
μ’ εφήμερες ιδέες.
Όπου κι όποτε βολεύει
η αντρειοσύνη…
Κι όταν πλέον δε σε "παίρνει",
φυλάς τα νώτα…
Ένας ηλίθιος κι εγώ
στο τόσο πλήθος!

20 Νοεμβρίου 2012

Ζω!
















Λέξεις, που γεννούν κι άλλες λέξεις…
Φράσεις, εντάσεις,
ενίοτε και αντιφάσεις.
Συναισθήματα με εκφράσεις,
όνειρα απραγματοποίητα κι απογοητεύσεις,
δεσμεύσεις…
Αλήθειες με ψέματα αληθοφανή
για να μην τα προσέξεις.
Τα ετερώνυμα έλξεις…
Ανάγκες σε προδιαθέσεις, λάθη με καλές προθέσεις,
δικαιολογίες, διαψεύσεις…
Κι όλα συγκλίνουν σε μια και μόνη λέξη: ΖΩ!

16 Νοεμβρίου 2012

Δεν έχω τίποτα να πω...



Blackout


















Βροχή ο δρόμος μου…

Ένας ήλιος στο τέρμα του,
μια ξαστεριά,
σαν τύχει νύχτα και σωθεί.

Λίγοι το ξέρουνε…

Κι οι περισσότεροι,
δρόμους ανθόσπαρτους
'θελαν ―μόναχα―
να ’χαν διαβεί…

Και μετά τι;..

Τ’ άνθη μαραίνονται
δίχως βροχή!

14 Νοεμβρίου 2012

Κομπάρσοι πρωταγωνιστές


















Δεν είμαι πρωταγωνιστής το ξέρω…
Ένας κομπάρσος είμαι -ούτε καν για τρίτους ρόλους-
μέσα στον όχλο, να μη φαίνεται άδειο το πλάνο.

Μα η ταινία, έχει για τίτλο το όνομα μου…
Όλα στηθήκανε λένε για μένα,
όλα υπάρχουν γύρω μου, για να υπάρχω,
να μη σβηστώ εντελώς από το χάρτη.

Δεν με ρώτησαν όμως: Εγώ τι θέλω;
Μια υπερπαραγωγή χωρίς ούτε ’να πλάνο;
Κι ο σκηνοθέτης της ζωής μου να ’ναι άλλος!

 Κομπάρσοι όλης της γης ας χωριστούμε,
σε πρωταγωνιστές ταινιών για έναν ρόλο,
με μια πλοκή δίχως αρχή, μέση και τέλος…
Κι αν γίνει αυτό, ας το επιλέξουμε εμείς!

12 Νοεμβρίου 2012

Edgar Allan Poe - Το κοράκι

















Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα
κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο
μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο
σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου.
"Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα,
                           τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη
και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν.
Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα
να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο,
για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη
όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει
                                                       για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες
με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς,
και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου
σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος
όπου ζητά να κοιμηθεί εδώ στη κάμαρά μου
                          αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο,
"Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε,
γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος,
ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα"
κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα
                       σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος,
γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε
η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε,
μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο
κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ
από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη.
                              Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα,
άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα.
"Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι,
ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο,
ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω,
                             θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο
με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε
και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο,
επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα
απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη.
                           Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν
τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει.
"Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου
δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι,
που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας;
Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!"
                Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί
ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα
αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν
καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα,
γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου
ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη
απάνω από τη πόρτα σου να λέει:
                                                                         "Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο
δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του
από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό.
Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του
να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά:
"Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες
κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις".
                   Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε
πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω.
"Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει
θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του
που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι
που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει
λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο
κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του
και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω
τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι,
το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων,
σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις:
                                                                        "Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα
χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι
που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν.
Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος
του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι,
στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας,
εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει
                                                                                    πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος
από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι
και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια
ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου.
"Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει
με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη
για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα.
Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα
εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε:
                                                       "Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων
είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ
είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε,
αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος,
πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο
της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία;
Πες μου!", μα κείνο απάντησε:
                                                       "Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί,
Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω,
που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα,
εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν,
πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη,
εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα";
Και το κοράκι απάντησε:
                                                       "Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις",
εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του.
"Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα
ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας
ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις
ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας
βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει
και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!"
Και το Κοράκι απάντησε:
                                                       "Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει,
στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα
και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν
όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι
ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι.
Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια
να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς
που φαίνεται στο πάτωμα.
                                                       Ποτέ από δω και πια!
                                                                

11 Νοεμβρίου 2012

Γκρίζα νιάτα




















Κάποια παιδιά
δε μοιάζουν με τ’ άλλα.
Έχουν τη μοίρα
καταραμένη…
Μες στο κλουβί τους
είναι κλεισμένα,
και αιωρούνται στο κενό.

Μεγαλωμένα απ’ τη γιαγιά τους.
Δεν έχουνε πιει μητρικό γάλα,
μα ούτε πατέρας τα περιμένει,
πάντοτε απόντες ήταν κι οι δυο…

Τα όνειρα τους μικρά ή μεγάλα,
δεν τα στήριξε ανθρώπινο χέρι,
τη μοναξιά τους βρήκαν λημέρι…
Και μεγαλώνουν
πιο γρήγορα απ’ τ’ άλλα…

Σαν αγρίμια σκιαγμένα
στο ανθρώπινο χάδι,
τους το ’χει αφήσει
η ανασφάλεια σημάδι...
Αγριολούλουδα κομμένα
σε μια αποψίλωση με το στανιό.

10 Νοεμβρίου 2012

Παραμυθόδραμα














Πόση αλήθεια αντέχει ένα ψέμα;
Έως τη στιγμή… που αρχίζεις να το ζεις.
Μέχρι εκείνη την ώρα, του μυαλό σου το βλέμμα,
ορθώνεται εμπρός σου την αλήθεια μη δεις!..

09 Νοεμβρίου 2012

Ο άνθρωπος πράγμα (…δια της μαιευτικής)

















Καθώς κοίταζε απ’ το παράθυρο τον ουρανό
και την απεραντοσύνη του, φαντάστηκε μια ζωή χωρίς όρια,
χωρίς δεσμεύσεις, δίχως πισωγυρίσματα, να κάνει αυτό
που αυτός πραγματικά ήθελε, κι όχι αυτά που οι καταστάσεις
τον αναγκάζουν….
Έπειτα θεώρησε τη λογική του ως μοναδική υπεύθυνη,
που δεν αφήνει το συναίσθημα να τον παρασύρει.
Αναρωτήθηκε: "Υπήρξε στιγμή στη ζωή του που
η λογική να ’δωσε τόπο στο συναίσθημα;"
"Σχεδόν ποτέ!"… ήταν η απάντηση.
Και το σχεδόν, είχε να κάνει για κάποιες φορές που τον
συνεπήρε ο έρωτας, αλλά και τότε ελεύθερος δεν ήταν.
Ήταν σκλάβος ενός συναισθήματος που το υπάκουε πιστά,
που τον καθήλωνε και τον ανάγκαζε να περιφέρετε
γύρω από ’να φουστάνι.

Το μόνο που τον έσωζε, ήταν ένα μυαλό χωρίς λογική
και μια καρδιά χωρίς συναίσθημα…
Σε αυτό το συμπέρασμα… τελικά κατέληξε.
Μα τότε θα ήταν ένα άκαρδο και άβουλο πλάσμα.
Δεν θα ’ταν άνθρωπος μα ένα πράγμα, σαν τα πολλά
που τον περιτριγυρίζουν καθημερινά κι έρχεται
σ’ επαφή μαζί τους, χωρίς να τους  δίνει ποτέ
την πρέπουσα σημασία, να νοιαστεί για αυτά,
απλά και μόνο υπάρχουν εκεί, για να τον εξυπηρετούν,
να τα χρησιμοποιεί… Θέλουν δεν θέλουν αυτά!

"Μα τα πράγματα πάνε μπροστά;.."
"Είναι ελεύθερα να κάνουν αυτό που θέλουν;"… σκέφτηκε.
Το τραπέζι της κουζίνας του, ας πούμε…
Δεν έχει όρια;.. Δεν έχει δεσμεύσεις;.. Κάνει αυτό που θέλει;
Γίνεται κρεβάτι γιατί έτσι γουστάρει, γίνεται πορτατίφ
και φωτίζει, πόρτα κι ανοιγοκλείνει;
Όλα, μα όλα γύρω μας έχουν τα όρια τους, τις δεσμεύσεις τους
και τον προορισμό τους… Αυτός γιατί να διαφέρει δηλαδή!

Το τραπέζι της κουζίνας είναι εκεί για να το χρησιμοποιείς όταν τρως,
άντε το πολύ πολύ να ρίξεις μια τσόχα πάνω του να  παίζεις
και κανένα χαρτάκι με τους φίλους, μέχρι εκεί φτάνει…
Το κρεβάτι για να κοιμάσαι, αλλά και σ’ αυτό δεν έχει εξ’ ολοκλήρου
την αποκλειστικότητα (υπάρχει κι ο καναπές), και το πορτατίφ να τ’ ανάβεις
και να το σβήνεις κατά το δοκούν, όλα καλύπτοντας πάντα
τις δικές σου ανάγκες κι όχι τις δικές τους…

Άρα κι αυτός στην ουσία ένα πράγμα ήταν,
που συναναστρεφόταν με άλλα πράγματα…
Αλλά ποιος ήταν ο προορισμός του;
Και ποιανού ανάγκες κάλυπτε;
Τίνος το τραπεζάκι, το κρεβάτι, το πορτατίφ, η πόρτα ήταν,
και ποιος τον χρησιμοποιούσε κατά το δοκούν, χωρίς να του δίνει
την πρέπουσα σημασία;

07 Νοεμβρίου 2012

Ματαιοπονία



















Σβησμένα φωτά, μουσική
το ράδιο να παίζει,
κι εκεί στην άκρη ένα κερί,
που η φλόγα τρεμοπαίζει.

Μην τυχόν είν’ τα νιάτα μου
που φεύγουν και περνάνε;
Μην τυχόν οι ελπίδες μου
που τώρα με ξεχνάνε;

Ήταν μια θάλασσα απέραντη
κι εγώ Καπετανάκη…
Που ζήτησε μες στο τίποτα
μονάχα το λιγάκι.

Κι έπειτα έγινε ουρανός,
σύννεφα ανταριασμένος…
Κι εγώ που 'μουν ξερόκλαδο
να ποτιστώ ο καημένος!

Μα σαν ξέσπασε η βροχή,
σαν έπιασα λιμάνι…
"Αυτό το λίγο που ζήτω,
τώρα για δε με φτάνει;.."

06 Νοεμβρίου 2012

Α.Φιλιππάκης - Της τελευταίας στιγμής (ποίηση)
















"Ο νεκρός δεδικαίωται ... "
Σιγά...
Πώς δικαιώθηκε έτσι ξαφνικά;
Του ξεκρέμασαν τάχα τα κουδούνια
που μια ζωή απάνω του κολλούσαν;
Έπαψαν να φτύνουν στα ρούχα του
και να ξεκαρδίζονται εις βάρος του
όποτε αυτός περνούσε;
Σταμάτησε εκείνο το σαφάρι των πολλών
που εκτόξευαν με τα φυσοκάλαμα
βέλη στους βόθρους βαφτισμένα
για να πετύχουνε αυτόν
που τώρα κείτεται πρηνής;

-Ανάμεσά τους σπρώχνονται
φίλοι, γνωστοί και συγγενείς
όλοι παρόντες...-

Η ουσία ετούτων των στιγμών
με τα βεγγαλικά των στεναγμών
ένα ημίχρονο είναι τού αγώνα
Έπεται ο δεινός ταριχευτής
που άχυρο θα γεμίσει (στυλ ρουστίκ)
το άψυχο του σώμα.

Ναι, όλοι επιθυμούν το φέρετρο ανοικτό
εκτεθειμένος στην αγάπη των δικών του
να μείνει λίγο ακόμα.

"Τον τελευταίον ασπασμόν, συνάνθρωποι!"

Τι ευγενής αυτή η πρόθεση
κι ας μην γίνεται πράξη τελικά.
Άλλος μέσα στο φέρετρο πετά
κέρματα, κομφετί, κουμπιά.
Άλλος ακόμα μια φτυσιά
κι άλλος
πιθανόν τής δουλειάς συνάδελφος
αφήνει έγγραφο
"ΕΞΕΡΧΟΜΕΝΑ:
Είδες που σου έλεγα
πως θα σας θάψω όλους;"

05 Νοεμβρίου 2012

Πειραματόζωα



















Ζωή χαρούμενη,
δίχως ντροπή,
δίχως συναίσθημα,
δίχως πίκρα,
δίχως συγκινησία
τύψεων κι ενοχής,
δεν υπάρχει…
Κι όσοι την επιζητούν
απλά δε ζουν…

Υπάρχει μόνο
στα πειραματόζωα
ενός μελλοντικού
κόσμου "χαπιών χαράς"·
άνευ αφορμής,
άνευ αστείων,
με μάτια άκλαυτα,
με χείλη άλαλα,
με χέρια που απλώνονται
μόνο για συναλλαγή.

Με παρενέργειες μοναδικές:
στο "ευ ζην" και στο "αιώνιον ζην"!..


Α.ΚΟΤΖΑΚΑΡΗ - Αφιερωμένο σε όσους γεννήθηκαν πριν το 1985 (κείμενα)














H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε. 
Ήμασταν μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.
Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, 
δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές 
έπρεπε να μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε. 
Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.
Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί. 
Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους. 
Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι
και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».
Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων
ασφαλείας για τα παιδιά. 
Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, 
κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα. 
Οι κούνιες ήταν φτιαγμένα από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες.
Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια. Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας 
αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας 
σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει 
να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαιδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε 
κήλη ή εξάρθρωση. Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, 
παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν 
ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει. 
Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάγαμε τα κόκκαλα και τα δόντια μας
και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους». 
Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα 
και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά
και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.
Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου.
Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλον 
και μάθαμε να το ξεπερνάμε.
Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. 
Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο. 
Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό 
και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες
στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντας μας
το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, 
βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους. 
Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε. Καμιά φορά
δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν
για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία. 
Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια 
μόνοι μας από ξύλα. Χάσαμε χιλιάδες μπάλλες ποδοσφαίρου. 
Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν 
τα χείλη τους πάνω στη βρύση. Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα 
στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι 
για να μας επιβλέπουν. Θεέ μου!
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων 
και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε
άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! 
Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;
Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε 
να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές 
όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη. Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ 
για να περάσουν όλοι. Τι φρίκη!
Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες 
στην παραλία χωρίς αντιηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 
και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας,τένις ή γκολφ. Φτιάχναμε όμως φανταστικά
κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά.
Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα για να τους βάλουμε χέρι,
όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; ):D : P
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα
αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε.

Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια!
Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...

04 Νοεμβρίου 2012

Χαμένες αγάπες
















Αγάπες που χάθηκαν,
στεριές που μοιράστηκαν,
τον ήλιο, τη βροχή…

Πουλιά που δεν πέταξαν,
αστέρια που έταζαν,
τη χαραυγή…

Νατάσσα Μποφίλιου - Οι τελευταίες μέρες



03 Νοεμβρίου 2012

Ο θάνατος του ταμία
















Όλη του τη ζωή την πέρασε πίσω από ’να γκισέ.
Παιδί σαν ήταν μετρούσε τους βόλους του,
τα παγωτά που έτρωγε και τα μπάνια
που έκανε το καλοκαίρι.
Στην εφηβεία του, σαν «άγριο νειάτο» κι αυτός που ήταν,
τους δίσκους βινυλίου, ροκ και ψυχεδέλειας.
Φοιτητής πια, γκόμενες που είχε ρίξει στο κρεβάτι του,
(ως ακαταμάχητος εραστής -  το νιάνιαρο!) καθώς
και τις «μαλακιές» που έκανε.
Όχι λάθος… αυτές τις μέτρησε μετά, στην εποχή της
(άνω των –άντα) ωριμότητας.

Μετέπειτα μέρες που του απόμεναν μέχρι ν’ απολυθεί
απ’ το στρατό. Μετά ήρθε ο διορισμός του στην τράπεζα…
Μετρούσε λεφτά άλλων, μαζί με τα λεπτά του ρολογιού, ώσπου
να κλείσει το οκτάωρο του.
Αργότερα μετρούσε τα ένσημα για να βγει στη σύνταξη.
Τώρα μετρά την πίεση και τους σφυγμούς του, μαζί
με τα χάπια που έχει βαλμένα σ’ ένα φλιτζανάκι του καφέ.

Και μετά… τι;
Τι του ’χε απομείνει να μετρήσει!
Τα αχ και τα βαχ από τους μυοσκελετικούς του πόνους;
Μ' αυτά είχε χάσει τον λογαριασμό, από χαμογέλα κι ό,τι παρελκόμενο
χαράς… ούτε σταγόνα!

Το υπόλοιπο, της "απόλυσης" του απ΄τη ζωή… αυτό του είχε απομείνει!
Ένα μικρό υπόλοιπο κι ο ισολογισμός έκλεισε…
"Μόνο που δεν θα προλάβω να βάλω την υπογραφή μου", σκέφτηκε.
— Δεν πειράζει… σε τέτοιου είδους ισολογισμούς, την υπογραφή
τη βάζει ο ιατροδικαστής.



01 Νοεμβρίου 2012

Το θεριό τη φωτιά
















Ετοίμαζε τη βαλίτσα του, θα έφευγε ταξίδι.
Το που δεν το γνώριζε ακόμα…
Άλλωστε δεν είχε σημασία γι’ αυτόν,
το μόνο που ήθελε ήταν να φύγει…
Να φύγει μακριά, παίρνοντας μαζί το σκοτωμένο του μυαλό,
το ρημαδιό μιας ζωής άτακτης και νοσηρά δομημένης
σε ψέματα κι αλήθειες που δεν ξεχώριζε πια,
και που τον άφηναν παγερά αδιάφορο.
Έβαλε μες  τη βαλίτσα του, εικόνες χλωμές,
όνειρα με ματωμένες κηλίδες, ελπίδες φρούδες,
προσδοκίες ανεκπλήρωτες και την μεταλλική
θήκη μιας σπάθης που είχε καρφωμένη στην πλάτη του.
Την έκλεισε βιαστικά μα και ερμητικά συνάμα,
την άρπαξε με το αριστερό του χέρι (αυτό της καρδιάς)
και με το δεξί άνοιξε την πόρτα.
Κοντοστάθηκε στο κατώφλι, ρίχνοντας
μια τελευταία ματιά στα πράγματα, που απόμεναν μόνα…
Παρατήρησε πως τον κοιτούσαν, όπως κοιτάζει
το θεριό τη φωτιά, φοβισμένα έφερναν βόλτες τριγύρω του,
απορημένα από ’να γιατί εγκατάλειψης, χωρίς απάντηση.
Όλα τέλειωσαν με το κλείσιμο της πόρτας…
Στο δρόμο ένα ταξί περαστικό τον περίμενε.
Ο οδηγός τον ρώτησε που πάει. Μια βόλτα, του απάντησε…
Μια βόλτα γύρω απ’ τη  φωτιά της ζωής μου…..







Ανομβρία ζωής
















Δε μ’ αρέσει να βλέπω
μάτια που κλαίνε -
εν τούτοις προσπαθώ
να τα νοτίζω με σταγόνες συγκίνησης
―συναισθημάτων― να ξεχειλίζουν
απ’ το ποτήρι μιας διψασμένης ψυχής,
που με ζήλο ενίσταται στην ανομβρία της ζωής.
Μέχρι εκεί... μου φτάνει!